Μετάφραση του "Intoleranz" σε Ελληνικά

Οι αδιαλλαξία, δυσανεξία, μισαλλοδοξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Intoleranz" σε Ελληνικά.

Intoleranz noun Noun feminine γραμματική

Indulgenz (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιαλλαξία

    noun

    Es bedeutet, sich Rassismus, Fremdenfeindlichkeit und Intoleranz zu widersetzen.

    Τούτο σημαίνει επίσης αντίθεση στον ρατσισμό, στην ξενοφοβία και στην αδιαλλαξία.

  • δυσανεξία

    Sie haben eine Intoleranz gegenüber einigen Zuckern (siehe weiter unten

    Εάν έχετε δυσανεξία σε κάποια σάκχαρα (βλέπε παρακάτω

  • μισαλλοδοξία

    Noun

    Allerdings gibt es bei den Muslimen auch eine Intoleranz untereinander.

    Ωστόσο, υπάρχει μισαλλοδοξία και ανάμεσα στις διάφορες μουσουλμανικές ομάδες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Intoleranz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Intoleranz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη