Μετάφραση του "intolerant" σε Ελληνικά

Οι δυσανεκτικός, μισαλλόδοξος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intolerant" σε Ελληνικά.

intolerant adjective γραμματική

Blind und stur einem Glaubensbekenntnis oder einer Meinung verbunden und intolerant gegenüber anderen seiend. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσανεκτικός

  • μισαλλόδοξος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intolerant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intolerant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη