Μετάφραση του "Kleinverkauf" σε Ελληνικά

Οι λιανική, λιανεμπόριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kleinverkauf" σε Ελληνικά.

Kleinverkauf noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιανική

    noun feminine

    Als Hersteller gilt jede natürliche oder juristische Person, die Tabak zu für den Kleinverkauf bestimmten Tabakwaren verarbeitet."

    Ως καπνοβιομήχανος θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μεταποιεί τον καπνό σε βιομηχανοποιημένα προϊόντα προοριζόμενα για λιανική πώληση".

  • λιανεμπόριο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kleinverkauf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kleinverkauf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη