Μετάφραση του "Kleptomane" σε Ελληνικά

Το κλεπτομανής είναι η μετάφραση του "Kleptomane" σε Ελληνικά.

Kleptomane noun masculine

Jemand der zwanghaft stiehlt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλεπτομανής

    adjective

    Der winzige Kleptomane landet im Jugendknast bevor du deinen ersten Kuss bekommst.

    Ο κλεπτομανής ζουπάς θα είναι στο αναμορφωτήριο πριν προλάβει να σε φιλήσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kleptomane " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kleptomane" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη