Μετάφραση του "Koch" σε Ελληνικά

Οι μάγειρας, μάγειρος, μάγειρας | ο μάγειρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Koch" σε Ελληνικά.

Koch noun proper masculine γραμματική

Küchenbulle (abwertend) (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάγειρας

    noun masculine

    Person, die Speisen zubereitet

    Tom ist ein guter Koch.

    Ο Τομ είναι καλός μάγειρας.

  • μάγειρος

    noun masculine

    Ob ein Koch französische, italienische, türkische, libanesische oder chinesische Gerichte kocht, ist völlig gleichgültig.

    Το αν ένας μάγειρος μαγειρεύει γαλλικά, ιταλικά, τουρκικά, λιβανέζικα ή κινέζικα φαγητά είναι εντελώς αδιάφορο.

  • μάγειρας | ο μάγειρας

    Ich habe den Koch gefragt, welches Gemüse er verwendet

  • μαγείρισσα

    noun feminine

    Ihre Tochter kann nicht gut kochen.

    Η κόρη της δεν είναι καλή μαγείρισσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Koch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

koch verb
+ Προσθήκη

"koch" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το koch στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Koch"

Φράσεις παρόμοιες με "Koch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαγειρικός
  • βραστό · βραστός · μαγειρευμένος
  • μαγειρεύω μόνη μου
  • Μαγειρική · βράση · βράσιμο · μαγείρεμα · μαγειρική · ψήσιμο
  • μάγειρας
  • μαγειρεύω
  • Όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι αργεί να ξημερώσει · όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει
  • φτιάχνω καφέ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Koch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη