Μετάφραση του "Krempe" σε Ελληνικά

Οι γείσο, γύρος, μπορ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Krempe" σε Ελληνικά.

Krempe proper Noun noun neuter feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γείσο

    noun

    Und heute Abend esse ich mit einem Typen, der Hüte trägt mit Krempen rundherum.

    Και απόψε θα βγω για φαγητό με κάποιον που φοράει καπέλα με γείσο που πάει γύρω γύρω.

  • γύρος

    noun masculine

    Nach etlichen Wochen flicht er einen rechten Winkel, um die Krempe herauszuarbeiten.

    Έπειτα από πολλές εβδομάδες ύφανσης, το καπέλο αποκτάει τη σωστή κλίση για να σχηματιστεί ο γύρος.

  • μπορ

    neuter

    Durch Strohhüte mit riesigen Krempen vor der Tropensonne geschützt, verkaufen sie die Waren an diejenigen, die zum Einkaufen zu ihnen gepaddelt kommen.

    Ψάθινα καπέλα με τεράστιο μπορ τούς προστατεύουν από τον τροπικό ήλιο ενώ πουλάνε σε εκείνους που φτάνουν εκεί με το κανό τους για να ψωνίσουν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Krempe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Krempe"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Krempe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη