Μετάφραση του "Kren" σε Ελληνικά

Οι χρένο, αρμορακία, αγριοράπανο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kren" σε Ελληνικά.

Kren noun masculine γραμματική

Kren (österr.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρένο

    noun neuter

    Seit über 40 Jahren wird der steirische Kren in wirtschaftlich bedeutenden Mengen auch konserviert.

    Εδώ και περισσότερα από 40 χρόνια, το χρένο της Στυρίας υποβάλλεται σε διαδικασίες διατήρησης σε σημαντικές από οικονομική άποψη ποσότητες.

  • αρμορακία

  • αγριοράπανο

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kren"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη