Μετάφραση του "Legierung" σε Ελληνικά
Οι κράμα, κράμα ˈkrama, Κράμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Legierung" σε Ελληνικά.
Legierung
noun
Noun
feminine
γραμματική
Mischung (von Metallen)
-
κράμα
noun neuterDie betroffene Ware wird in der Stahlindustrie zur Deoxidierung und als Legierung verwendet.
Το υπό εξέταση προϊόν χρησιμοποιείται στη χαλυβουργία για αποξείδωση και ως κράμα.
-
κράμα ˈkrama
-
Κράμα
metallischer Werkstoff
Legierung aus Titan, Kupfer, Zinn, Silicium und Niob mit einem Gehalt von:
Κράμα τιτανίου, χαλκού, κασσίτερου, πυριτίου και νιοβίου με κατά βάρος περιεκτικότητα σε:
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κράμα (μετάλλων)
- κράματα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Legierung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Legierung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κράματα μνημών
-
υπεραγώγιμα κράματα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη