Μετάφραση του "Leichtsinn" σε Ελληνικά
Το απερισκεψία είναι η μετάφραση του "Leichtsinn" σε Ελληνικά.
Leichtsinn
noun
masculine
γραμματική
Unangebrachte Ungezwungenheit.
-
απερισκεψία
NounDas Einzige, was dich aufhalten kann, ist dein eigener Leichtsinn.
Το μόνο πράγμα που μπορεί να σε ξεκάνει τώρα είναι η ίδια σου η απερισκεψία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Leichtsinn " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη