Μετάφραση του "Leichtsinn" σε Ελληνικά

Το απερισκεψία είναι η μετάφραση του "Leichtsinn" σε Ελληνικά.

Leichtsinn noun masculine γραμματική

Unangebrachte Ungezwungenheit.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απερισκεψία

    Noun

    Das Einzige, was dich aufhalten kann, ist dein eigener Leichtsinn.

    Το μόνο πράγμα που μπορεί να σε ξεκάνει τώρα είναι η ίδια σου η απερισκεψία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Leichtsinn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Leichtsinn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη