Μετάφραση του "leichtsinnig" σε Ελληνικά
Οι απερίσκεπτος, απρόσεκτος, άμυαλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leichtsinnig" σε Ελληνικά.
leichtsinnig
adjective
γραμματική
-
απερίσκεπτος
adjective masculineIch war so kühn und leichtsinnig, wie nur junge Männer es sein können —
Ήμουν απερίσκεπτος και ανόητος όπως μόνο οι νέοι άνθρωποι μπορούν να είναι.
-
απρόσεκτος
adjectiveIch denke, Sie sind derjenige, der leichtsinnig ist.
Όπως το βλέπω εγώ, εσύ είσαι ο απρόσεκτος.
-
άμυαλος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απόκοτος
- παράτολμος
- αμελής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leichtsinnig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη