Μετάφραση του "Leid" σε Ελληνικά

Οι θλίψη, λύπη, βάσανο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Leid" σε Ελληνικά.

Leid noun Noun neuter γραμματική

(schweres) Leid

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θλίψη

    noun feminine

    Du bist sensibel für das Leid anderer, was immer sie auch taten.

    Είσαι ευαίσθητος στην θλίψη των άλλων, ανεξαρτήτως των παραπτωμάτων τους.

  • λύπη

    noun feminine

    Selbst in großem Kummer und Leid war der Erretter darauf bedacht, anderen zu helfen.

    Ακόμη και μεσούσης της μεγάλης προσωπικής λύπης και του πόνου, το Παράδειγμά μας προσέγγισε για να ευλογήσει άλλους.

  • βάσανο

    noun neuter

    Man kann niemals jemand vor irgendeinem Leid bewahren.

    Κανείς δεν μπορεί να προστατεύσει κανέναν από οποιοδήποτε βάσανο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δεινά
    • δοκιμασία
    • δυστυχία
    • κακό
    • πάθος
    • πόνος
    • οικτίρω
    • συμφορά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Leid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

leid adjective γραμματική
+ Προσθήκη

"leid" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το leid στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Leid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Leid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη