Μετάφραση του "Leim" σε Ελληνικά
Οι κόλλα, κολλα, αυτοκόλλητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Leim" σε Ελληνικά.
Leim
noun
masculine
γραμματική
Stoff, der zwei Gegenstände miteinander verbinden kann.
-
κόλλα
noun feminineStoff, der zwei Gegenstände miteinander verbinden kann. [..]
Aber egal, ob Leim oder kaputte Köpfe, die Beerdigung wird nicht verschoben.
Ούτε κόλλα, ούτε διαλυμένα κεφάλια, μπορούν να σταματήσουν την κηδεία.
-
κολλα
noun -
αυτοκόλλητο
NounStoff, der zwei Gegenstände miteinander verbinden kann.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κολλητική ουσία
- συγκολλητικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Leim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
leim
verb
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"leim" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το leim στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "Leim"
Φράσεις παρόμοιες με "Leim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κολλώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη