Μετάφραση του "Lein" σε Ελληνικά

Το λινάρι είναι η μετάφραση του "Lein" σε Ελληνικά.

Lein noun Noun masculine γραμματική

wiss. N.: Linum usitatissimum

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λινάρι

    noun neuter

    - Lein- und sonstige Bastfasern,

    - λινάρι και άλλες ίνες στελέχους,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Lein"

Φράσεις παρόμοιες με "Lein" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη