Μετάφραση του "leinen" σε Ελληνικά
Οι λινός, λινό, λινάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leinen" σε Ελληνικά.
leinen
Adjective
γραμματική
-
λινός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leinen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Leinen
noun
neuter
γραμματική
Linnen (veraltet) [..]
-
λινό
noun neuterStoff, der aus der Faser der Flachspflanze hergestellt wird.
Dieses Tuch muss nicht mehr unbedingt aus Leinen sein, sondern kann auch aus Baumwolle bestehen.
Μπορεί να είναι βαμβακερό και δεν είναι απαραίτητο να είναι λινό.
-
λινάρι
noun neuterTischwäsche, Wäsche zur Körperpflege und andere Küchenwäsche, aus Leinen oder Ramie, andere als aus Gewirken oder Gestricken
Πανικά τραπεζιού, καθαριότητας, υπηρεσίας ή κουζίνας, από λινάρι ή ραμί, άλλα από τα πλεκτά
Εικόνες με "leinen"
Φράσεις παρόμοιες με "leinen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άντε χάσου!
-
λινός
-
καλώδιο · λουρί · σκοινί · σπάγκος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη