Μετάφραση του "Lexikografie" σε Ελληνικά

Οι Λεξικογραφία, λεξικογραφία, λεξικογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lexikografie" σε Ελληνικά.

Lexikografie
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λεξικογραφία

    Bei Lexikografie geht es wirklich um mehr als um materielle Wissenschaft.

    Η λεξικογραφία είναι στην ουσία επιστήμη των υλικών.

  • λεξικογραφία

    noun

    Bei Lexikografie geht es wirklich um mehr als um materielle Wissenschaft.

    Η λεξικογραφία είναι στην ουσία επιστήμη των υλικών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lexikografie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lexikografie
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεξικογραφία

    noun feminine

    Bei Lexikografie geht es wirklich um mehr als um materielle Wissenschaft.

    Η λεξικογραφία είναι στην ουσία επιστήμη των υλικών.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lexikografie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη