Μετάφραση του "Lexikograph" σε Ελληνικά
Το λεξικογράφος είναι η μετάφραση του "Lexikograph" σε Ελληνικά.
Lexikograph
noun
masculine
-
λεξικογράφος
nounHeutige Lexikographen sind sich jedoch über die Bedeutung des hebräischen Wortes nicht einig.
Ωστόσο, οι σύγχρονοι λεξικογράφοι δεν συμφωνούν μεταξύ τους για τη σημασία αυτής της εβραϊκής λέξης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lexikograph " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη