Μετάφραση του "Lexikographie" σε Ελληνικά
Το λεξικογραφία είναι η μετάφραση του "Lexikographie" σε Ελληνικά.
Lexikographie
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
λεξικογραφία
noun feminineΗ διαδικασία δημιουργίας και μελέτης λεξικών πόρων, μονόγλωσσων ή πολύγλωσσων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lexikographie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη