Μετάφραση του "Motor" σε Ελληνικά

Οι κινητήρας, μηχανή, μοτέρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Motor" σε Ελληνικά.

Motor noun masculine γραμματική

Murl (österr.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κινητήρας

    noun masculine

    Der Motor funktioniert nicht.

    Ο κινητήρας δεν λειτουργεί.

  • μηχανή

    noun feminine

    Irgendwas ist mit dem Motor nicht in Ordnung.

    Κάτι δεν πάει καλά με την μηχανή.

  • μοτέρ

    Dann wirkt er dem entgegen und vermeidet einen Sturz, indem er die Motoren dementsprechend dreht.

    Στη συνέχεια δρα αντίρροπα κι αποφεύγει την ανατροπή, περιστρέφοντας κατάλληλα τα μοτέρ του.

  • Κινητήρας

    Maschine, die mechanische Arbeit verrichtet, indem sie Energie in Bewegungsenergie umwandelt

    Der Motor funktioniert nicht.

    Ο κινητήρας δεν λειτουργεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Motor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Motor"

Φράσεις παρόμοιες με "Motor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Motor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη