Μετάφραση του "Motorboot" σε Ελληνικά

Οι Ταχυπλοΐα, βενζινάκατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Motorboot" σε Ελληνικά.

Motorboot noun neuter γραμματική

Boot, das von einem Motor angetrieben wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ταχυπλοΐα

    Boot mit Motor

  • βενζινάκατος

    Da ich meine ganze Aufmerksamkeit auf den Hubschrauber gerichtet hatte, war es mir entgangen, daß sich mir ein Motorboot näherte.

    Καθώς όλη μου η προσοχή ήταν εστραμμένη στο ελικόπτερο, δεν είχα προσέξει ότι με πλησίαζε ήδη μια βενζινάκατος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Motorboot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Motorboot"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Motorboot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη