Μετάφραση του "Motorenbenzin" σε Ελληνικά

Οι βενζίνη, βενζίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Motorenbenzin" σε Ελληνικά.

Motorenbenzin
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βενζίνη

    noun

    chemische Verbindung

    Flüssige Biobrennstoffe, die Motorenbenzin fossilen Ursprungs beigemischt werden oder dieses ersetzen können.

    Υγρά βιοκαύσιμα κατάλληλα να αναμειχθούν με ή να αντικαταστήσουν τη βενζίνη για κινητήρες ορυκτής προέλευσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Motorenbenzin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

motorenbenzin
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βενζίνη

    noun feminine

    Flüssige Biobrennstoffe, die Motorenbenzin fossilen Ursprungs beigemischt werden oder dieses ersetzen können.

    Υγρά βιοκαύσιμα κατάλληλα να αναμειχθούν με ή να αντικαταστήσουν τη βενζίνη για κινητήρες ορυκτής προέλευσης.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Motorenbenzin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη