Μετάφραση του "Offenheit" σε Ελληνικά

Οι αμεροληψία, δεκτικότητα, ειλικρίνεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Offenheit" σε Ελληνικά.

Offenheit noun Noun feminine γραμματική

Wachheit (für) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμεροληψία

    noun feminine

    Die Offenheit und Unabhängigkeit des Anhörungsbeauftragten würden beeinträchtigt, wenn sein Bericht zugänglich gemacht werden müsste.

    Η αμεροληψία και η ανεξαρτησία αυτού θα επλήττοντο αν επρόκειτο η έκθεση αυτή να κοινοποιείται.

  • δεκτικότητα

    Okay - wenn also 'Offenheit' Rückschlüsse darüber gibt wer ein Linksliberaler wird,

    Λοιπόν, για να δούμε τώρα, εάν η δεκτικότητα προβλέπει ποιος θα γίνει φιλελεύθερος

  • ειλικρίνεια

    Noun

    Darum sagt mit freier, ungehemmter Offenheit des Dauphins Meinung uns.

    Πείτε μας, με ειλικρίνεια κι απόλυτη ευθύτητα, αυτό που σκέφτεται ο Δελφίνος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοινωνικότητα
    • παρρησία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Offenheit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Offenheit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη