Μετάφραση του "offenkundig" σε Ελληνικά

Οι έκδηλος, προφανής, αυταπόδεικτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offenkundig" σε Ελληνικά.

offenkundig adjective γραμματική

ersichtlich (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκδηλος

    adjective

    Angesichts der Verwendung des Wortes „eindeutig“ muss die Feststellung einer solchen eindeutigen Unzulänglichkeit der Leistungen in gewissem Maße offenkundig sein.

    Η ύπαρξη τέτοιας έκδηλης ανικανότητας, λαμβανομένης υπόψη της χρήσεως του όρου «έκδηλος», θα πρέπει να είναι ως ένα βαθμό καταφανής.

  • προφανής

    adjective

    Diese Auffassung widerspricht offenkundig und eindeutig den Tatsachen.

    Είναι προφανές ότι η άποψη αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

  • αυταπόδεικτος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαφανής
    • καταφανής
    • καταφανώς
    • πασίδηλος
    • φανερός
    • χειροπιαστός
    • προφανώς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offenkundig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offenkundig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη