Μετάφραση του "Offenlegung" σε Ελληνικά

Οι δημοσίευση, δημοσιοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Offenlegung" σε Ελληνικά.

Offenlegung noun Noun feminine γραμματική

Kundmachung (österr.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημοσίευση

    noun

    Die Offenlegung des Jahresabschlusses kann für Kleinstbetriebe aufwendig sein.

    Η δημοσίευση ετήσιων λογαριασμών μπορεί να είναι επαχθής για τις μικρομονάδες.

  • δημοσιοποίηση

    In solchen Fällen sollte eine angemessene Offenlegung volle Transparenz gewährleisten.

    Στις περιπτώσεις αυτές, η επαρκής δημοσιοποίηση θα πρέπει να εξασφαλίζει πλήρη διαφάνεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Offenlegung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Offenlegung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη