Μετάφραση του "Polemik" σε Ελληνικά
Το πολεμική είναι η μετάφραση του "Polemik" σε Ελληνικά.
Polemik
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
πολεμική
adjectiveMeinungsstreit im Rahmen politischer, literarischer oder wissenschaftlicher Diskussionen
Ihre Polemik über das Rauchen hat mich nicht gerade begeistert.
Η πολεμική σας ενάντια στο κάπνισμα με δυσαρέστησε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Polemik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη