Μετάφραση του "Rauke" σε Ελληνικά

Το ρόκα είναι η μετάφραση του "Rauke" σε Ελληνικά.

Rauke noun Noun feminine γραμματική

Einjährige Pflanze, deren essbare Blätter in Salat verwendet werden.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρόκα

    noun feminine

    Einjährige Pflanze, deren essbare Blätter in Salat verwendet werden. [..]

    Portulak, Petersilie, Rauke (Argula), Koriander, frisch oder gekühlt

    Γλυστρίδα (πορτουλάκα), μαϊντανός, ρόκα (άργκουλα), κορίανδρος, νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rauke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rauke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη