Μετάφραση του "Schuldigkeit" σε Ελληνικά
Οι καθήκον, υποχρέωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schuldigkeit" σε Ελληνικά.
Schuldigkeit
Agenda (österr.)
-
καθήκον
nounIch betrachte das als unsere Pflicht und Schuldigkeit als Demokraten.
Το εκλαμβάνω ως επιβεβλημένο καθήκον μας ως δημοκρατιών.
-
υποχρέωση
noun1 Der Apostel Paulus empfand es als seine Pflicht und Schuldigkeit, anderen zu predigen.
1 Ο απόστολος Παύλος ένιωθε ότι είχε υποχρέωση να κηρύττει στους ανθρώπους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Schuldigkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη