Μετάφραση του "schuldlos" σε Ελληνικά

Το αθώος είναι η μετάφραση του "schuldlos" σε Ελληνικά.

schuldlos Adjective γραμματική

ohne (jede) Schuld

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθώος

    adjective

    Wer daher einen Einbrecher im Dunkeln tötete, galt als schuldlos.

    Γι’ αυτό, αν τον σκότωνε ενώ ήταν στα σκοτεινά, θεωρούνταν αθώος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schuldlos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schuldlos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη