Μετάφραση του "Standhaftigkeit" σε Ελληνικά

Το σταθερότητα είναι η μετάφραση του "Standhaftigkeit" σε Ελληνικά.

Standhaftigkeit Noun γραμματική

Traute (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταθερότητα

    noun

    Die unerschütterliche Standhaftigkeit der Jugendlichen fand ich echt beeindruckend.

    Πραγματικά με εντυπωσίασε η ασάλευτη σταθερότητα όλων των νεαρών που αναφέρονται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Standhaftigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Standhaftigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη