Μετάφραση του "standhalten" σε Ελληνικά

Οι αντέχω, αντιστέκομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "standhalten" σε Ελληνικά.

standhalten Verb verb γραμματική

verkraften (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντέχω

    verb
  • αντιστέκομαι

    verb

    Seitdem hat Wrights Hinrichtung jeder Berufung standgehalten.

    Από τότε η εκτέλεση του Ράιτ αντιστάθηκε σε πολλές εφέσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " standhalten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "standhalten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη