Μετάφραση του "standhaft" σε Ελληνικά

Οι αδυσώπητος, αδιάλλακτος, σταθερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "standhaft" σε Ελληνικά.

standhaft adjective Adjective γραμματική

moralistisch (oft abwertend) (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδυσώπητος

    adjective
  • αδιάλλακτος

    adjective
  • σταθερός

    adjective

    Mit seinen letzten Worten ermutigte er uns, standhaft zu bleiben.

    Τα τελευταία του λόγια ήσαν για την ενθάρρυνσί μας να μείνωμε σταθεροί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " standhaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "standhaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη