Μετάφραση του "Stein" σε Ελληνικά

Οι λίθος, πέτρα, πιόνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stein" σε Ελληνικά.

Stein noun proper masculine γραμματική

Imperiale Maßeinheit für Gewicht und Masse, die 6,35029318 Kilogramm entspricht. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λίθος

    noun masculine

    πέτρα

    Allerdings lassen sich diese seltenen Steine oft schwer finden.

    Αλλά αυτοί οι σπάνιοι λίθοι συνήθως είναι δυσεύρετοι.

  • πέτρα

    noun feminine

    Er zerbrach das Fenster, indem er einen Stein warf.

    Έσπασε το παράθυρο πετώντας μια πέτρα.

  • πιόνι

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πούλι
    • κουκούτσι
    • λιθάρι
    • Πέτρα
    • στέαρ
    • στία
    • στῖον
    • πολύτιμος λίθος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Stein"

Φράσεις παρόμοιες με "Stein" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη