Μετάφραση του "steil" σε Ελληνικά

Οι απότομος, ανηφορικός, απόκρημνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "steil" σε Ελληνικά.

steil adjective γραμματική

(stark) geneigt

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απότομος

    de weg is steil masculine

    Stellenweise ging es rechts und links neben ihnen steil nach oben und steil nach unten.

    Σε μερικά σημεία, υπήρχε απότομος βράχος από τη μία πλευρά και γκρεμός από την άλλη.

  • ανηφορικός

    adjective

    Der Leidensweg der Werktätigen wird noch steiler und dorniger.

    Ο Γολγοθάς των εργαζομένων γίνεται ακόμα πιο ανηφορικός και δύσβατος.

  • απόκρημνος

    Adjective masculine
  • κατακόρυφος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " steil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "steil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη