Μετάφραση του "stoisch" σε Ελληνικά

Οι στωικός, στωικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoisch" σε Ελληνικά.

stoisch adjective γραμματική

ohne mit der Wimper zu zucken (fig.) (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στωικός

    noun masculine

    Sei nicht so stoisch, Haudrauf!

    Σταμάτα να είσαι τόσο στωικός, Στωικέ!

  • στωικά

    Sei nicht so stoisch, Haudrauf!

    Σταμάτα να είσαι τόσο στωικός, Στωικέ!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stoisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stoisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη