Μετάφραση του "Stoppel" σε Ελληνικά
Οι καλαμιά, αξύριστα γένια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stoppel" σε Ελληνικά.
Stoppel
noun
masculine
γραμματική
eines abgeernteten Feldes
-
καλαμιά
noun feminine -
αξύριστα γένια
n-p
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Stoppel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Stoppel"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη