Μετάφραση του "stopfen" σε Ελληνικά

Οι γεμίζω, παραγεμίζω, καρικώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stopfen" σε Ελληνικά.

stopfen verb γραμματική

proppen (norddeutsch) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεμίζω

    verb

    Du stopfst dir weiter Dreck rein, bis ich wieder zurück bin.

    Συνέχισε να γεμίζεις την μπλούζα σου με λάσπες, μέχρι να γυρίσω.

  • παραγεμίζω

    verb
  • καρικώνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαντάρω
    • μπαλώνω
    • προκαλώ δυσκοιλιότητα
    • στουπώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stopfen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stopfen

Das Ausbessern eines Lochs in einem Kleidungsstück mit Nadel und Faden.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούλωμα

  • μαντάρισμα

    Sachen, die mit der Hand gestopft oder genäht werden müssen, kann man flicken, während man mit den übrigen Familiengliedern zusammensitzt und vielleicht ein Fernsehprogramm verfolgt.

    Το μαντάρισμα στο χέρι μπορεί να γίνη όταν όλη η οικογένεια είναι μαζί και κοιτάζει ίσως τηλεόρασι.

  • μπάλωμα

    In manchen Bibliotheken gibt es Bücher über das Flicken und Stopfen.

    Υπάρχουν βιβλία σε πολλές βιβλιοθήκες σχετικά με το μπάλωμα και την ξαναΰφανσι των υφασμάτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πώμα
    • στουπί

Φράσεις παρόμοιες με "stopfen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stopfen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη