Μετάφραση του "stoppen" σε Ελληνικά

Οι σταματώ, παύω, αλτ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoppen" σε Ελληνικά.

stoppen verb γραμματική

schmeißen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταματώ

    verb

    Imperien breiten sich aus, bis jemand stark genug ist, sie zu stoppen.

    Οι αυτοκρατορίες επεκτείνονται μέχρι κάποιος να είναι αρκετά δυνατός να τις σταματήσει.

  • παύω

    verb

    Durch die obengenannten Maßnahmen soll der Rückgang der Unternehmenstätigkeit im Jahr 2000 gestoppt werden.

    Με τα προαναφερθέντα μέτρα, αναμένεται ότι το 2000 θα παύσει η επιδείνωση της δραστηριότητας της επιχείρησης.

  • αλτ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stoppen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stoppen

eines Schiffes

+ Προσθήκη

"Stoppen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Stoppen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "stoppen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stoppen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη