Μετάφραση του "Utensil" σε Ελληνικά

Οι σύνεργα, σύνεργο, χρειώδη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Utensil" σε Ελληνικά.

Utensil noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνεργα

    noun

    das Utensil, die Utensilien

  • σύνεργο

  • χρειώδη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Utensil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Utensil"

Φράσεις παρόμοιες με "Utensil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Utensil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη