Μετάφραση του "verbindlich" σε Ελληνικά
Οι δεσμευτικός, ευγενικός, υποχρεωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbindlich" σε Ελληνικά.
verbindlich
adjective
γραμματική
sozialverträglich (ironisch-sarkastisch) (umgangssprachlich)
-
δεσμευτικός
Diese vorläufigen Maßnahmen sind freiwillig und nach internationalem Recht nicht verbindlich.
Τα εν λόγω προσωρινά μέτρα είναι προαιρετικά και μη δεσμευτικά σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
-
ευγενικός
adjective -
υποχρεωτικός
adjective masculineDieses Verzeichnis sei jedoch weder in die Richtlinie aufgenommen worden noch rechtlich verbindlich.
Εντούτοις, ο κατάλογος αυτός ούτε περιλαμβάνεται στην οδηγία ούτε είναι υποχρεωτικός εκ του νόμου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verbindlich " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verbindlich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποχρεωτικό χαρακτηριστικό
-
υποχρεωτικό προφίλ χρήστη
-
εγγυημένη προσφορά προϊόντος
-
δεσμευτική προσφορά
-
περιορισμός επιβαλλόμενου προσδιοριστικού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη