Μετάφραση του "verurteilen" σε Ελληνικά

Οι καταδικάζω, δικάζω, κατάδικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verurteilen" σε Ελληνικά.

verurteilen verb γραμματική

Anstoß nehmen (an) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταδικάζω

    verb

    Ανακοινώνω, κατόπιν δίκης, ότι κάποιος είναι ένοχος ενός εγκλήματος.

    Das Gericht hatte nicht genügend Beweise, um ihn zu verurteilen.

    Tο δικαστήριο δεν είχε επαρκή στοιχεία για να τον καταδικάσει.

  • δικάζω

    Verb

    Nachdem man sie zwei Monate lang gefoltert hatte, wurden sie vor Gericht gestellt und verurteilt.

    Ύστερα από δυο μήνες βασανιστηρίων, τους δίκασαν και τους καταδίκασαν.

  • κατάδικος

    verb masculine

    Ich weiß nicht, ob ich bereit bin, die verurteilte Verlobte zu sein.

    Δεν είμαι σίγουρη αν είμαι έτοιμη να γίνω η " Πάιπερ Τσάπμαν η κατάδικος αρραβωνιαστικιά ".

  • κατακρίνω

    Dennoch wird man nicht alles verurteilen müssen, was die Kommission getan hat, und das wollen wir auch nicht.

    Εν τούτοις, δεν είναι ανάγκη να κατακρίνουμε όλα όσα έπραξε η Επιτροπή, ούτε και θέλουμε να το κάνουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verurteilen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Verurteilen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Verurteilen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Verurteilen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "verurteilen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verurteilen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη