Μετάφραση του "Waghalsigkeit" σε Ελληνικά

Οι θράσος, τόλμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Waghalsigkeit" σε Ελληνικά.

Waghalsigkeit noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θράσος

    ουσιαστικό ουδέτερο
  • τόλμη

    noun feminine

    große Ideen, Fantasie und Waghalsigkeit,

    που τις πυροδοτούν οι σοβαρές ιδέες, η φαντασία και η τόλμη,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Waghalsigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Waghalsigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη