Μετάφραση του "Wahl" σε Ελληνικά

Οι εκλογή, επιλογή, εκλογές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wahl" σε Ελληνικά.

Wahl noun proper feminine γραμματική

Präferenz (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκλογή

    noun feminine

    In Rußland hat die erste Runde der ersten demokratischen Wahlen stattgefunden, und die zweite steht bevor.

    Στην Ρωσία έχει ήδη διεξαχθεί η πρώτη φάση των πρώτων δημοκρατικών προεδρικών εκλογών, ενώ αναμένεται και η δεύτερη.

  • επιλογή

    noun feminine

    Ich fühle mich nicht gut dabei, aber ich habe keine Wahl.

    Δεν νιώθω καλά γι'αυτό, αλλά δεν έχω επιλογή.

  • εκλογές

    noun feminine

    Wenn Wahlen etwas ändern würden, wären sie verboten.

    Αν οι εκλογές αλλάζαν κάτι, θα ήταν παράνομες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Εκλογές
    • αρχαιρεσίες
    • διαλογή
    • ψήφιση
    • ψηφοφορία
    • διάλεγμα
    • απόφαση
    • ανθολογία
    • μετεκλογικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wahl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Wahl"

Φράσεις παρόμοιες με "Wahl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wahl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη