Μετάφραση του "waghalsig" σε Ελληνικά
Οι επικίνδυρος, παράτολμος, τολμηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "waghalsig" σε Ελληνικά.
waghalsig
adjective
γραμματική
Wer wagt, gewinnt. (Sprichwort) (umgangssprachlich)
-
επικίνδυρος
-
παράτολμος
Ich weiß, du bist sehr waghalsig, aber du darfst nicht immer an vorderster Front sein.
Ξέρω, ότι είσαι πολύ παράτολμος... αλλά δεν μπορείς να είσαι πάντα στην πρώτη γραμμή.
-
τολμηρός
adjectiveEin paar waghalsige junge Männer schafften es aber trotzdem durch kleinere Seitentüren in den Saal.“
«Ακόμη και τότε, κάποιοι τολμηροί νεαροί τρύπωσαν από τις μικρές πλαϊνές πόρτες».
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απερίσκεπτος
- επικίνδυνος
- ριψοκίνδυνος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " waghalsig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη