Μετάφραση του "Wohnhaus" σε Ελληνικά

Οι κατοικία, πολυκατοικία, σπίτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wohnhaus" σε Ελληνικά.

Wohnhaus Noun noun neuter γραμματική

herrschaftliches

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικία

    noun

    Zum einen ist das Energiesparpotenzial der nächsten Jahre bei Wohnhäusern umstritten.

    Πρώτον, αμφισβητείται το δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας των κτηρίων που προορίζονται για κατοικία τα επόμενα χρόνια.

  • πολυκατοικία

    noun feminine

    Es waren Nachbarn, die ihr sagten, dass ihr Wohnhaus brennen würde.

    Οι γείτονες την πληροφόρησαν ότι η πολυκατοικία της καιγόταν.

  • σπίτι

    noun

    Einige hundert Wohnhäuser wurden überflutet, so dass die Bewohner evakuiert werden mussten.

    Πλημμύρισαν αρκετές εκατοντάδες ιδιωτικές κατοικίες και πολλοί άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wohnhaus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Wohnhaus"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wohnhaus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη