Μετάφραση του "Wohngeld" σε Ελληνικά
Το στεγαστικό επίδομα είναι η μετάφραση του "Wohngeld" σε Ελληνικά.
Wohngeld
-
στεγαστικό επίδομα
Gesetz über Zuschlag für Ehefrau und kommunales Wohngeld (Grundrenten) (1962: 392) betreffend den Zuschlag für die Ehefrau.
Νόμος σχετικά με το συμπλήρωμα για τη σύζυγο και το δημοτικό στεγαστικό επίδομα (συμπλήρωμα της βασικής σύνταξης) (1962:392), όταν πρόκειται για συμπλήρωμα για τη σύζυγο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wohngeld " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη