Μετάφραση του "anstreichen" σε Ελληνικά

Οι βάφω, ασβεστώνω, ασπρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anstreichen" σε Ελληνικά.

anstreichen Verb γραμματική

malern (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάφω

    verb
  • ασβεστώνω

    verb
  • ασπρίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζωγραφίζω
    • μπογιατίζω
    • σημειώνω
    • χρωματίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anstreichen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "anstreichen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάψιμο · βαφή · επίχρισμα · μπογιά · χέρι · χροιά · όψη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anstreichen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη