Μετάφραση του "Anstreicher" σε Ελληνικά
Οι μπογιατζής, βαφέας, ελαιοχρωματιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anstreicher" σε Ελληνικά.
Anstreicher
noun
masculine
Weißer (regional)
-
μπογιατζής
noun masculineAber ein bestimmter Anstreicher hatte andere Vorstellungen.
́ Ενας " μπογιατζής ", όμως, είχε άλλα στο μυαλό του.
-
βαφέας
noun masculine -
ελαιοχρωματιστής
Ein armer Anstreicher gibt ein gutes Beispiel
Ένας Φτωχός Ελαιοχρωματιστής Δίνει το Παράδειγμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Anstreicher " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη