Μετάφραση του "ausfallend" σε Ελληνικά
Το προσβλητικός είναι η μετάφραση του "ausfallend" σε Ελληνικά.
ausfallend
verb
ungehobelt (umgangssprachlich)
-
προσβλητικός
adjectiveWenn du deine Meinung sagen mußt, dann tu dies, ohne beleidigend, sarkastisch oder ausfallend zu werden (Epheser 4:31).
(Φιλιππησίους 2:4) Αν χρειάζεται να εκφράσεις την άποψή σου, να το κάνεις χωρίς να είσαι υβριστικός, σαρκαστικός ή προσβλητικός.—Εφεσίους 4:31.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausfallend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη