Μετάφραση του "ausnahmslos" σε Ελληνικά

Οι ανεξαίρετος, ανεξαιρέτως, χωρίς εξαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ausnahmslos" σε Ελληνικά.

ausnahmslos adjective γραμματική

in Bausch und Bogen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεξαίρετος

    Adjective
  • ανεξαιρέτως

    Meines Erachtens kann dieser Grundsatz keine absolute und ausnahmslose Geltung beanspruchen.

    Κατά την άποψή μου, η αρχή αυτή δεν πρέπει να είναι απόλυτη ούτε να ισχύει ανεξαιρέτως.

  • χωρίς εξαίρεση

    Priorität 1 wurde ausnahmslos in allen Mitgliedstaaten umgesetzt.

    Η προτεραιότητα εφαρμόστηκε σε όλα τα κράτη μέλη χωρίς εξαίρεση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ausnahmslos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ausnahmslos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη