Μετάφραση του "beeinflussen" σε Ελληνικά

Οι επηρεάζω, επιρροή, επηρεάζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beeinflussen" σε Ελληνικά.

beeinflussen verb γραμματική

erwärmen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επηρεάζω

    verb

    Dieser Artikel wird mein Denken beeinflussen.

    Αυτό το άρθρο θα επηρεάσει τον τρόπο σκέψης μου.

  • επιρροή

    (ουσ) (ψυχ) feminine

    Diese Mängel sollten wir hier im Parlament auf jeden Fall beeinflussen können.

    Επιβάλλεται εμείς τουλάχιστον στο Κοινοβούλιο να ασκούμε επιρροή γι' αυτά τα ελαττώματα.

  • επηρεάζομαι

    verb

    Als Neunzehnjährige finde ich es schwer, mich nicht von dem so genannten Ideal einer Frau beeinflussen zu lassen.

    Είμαι μια κοπέλα 19 χρονών και μου είναι δύσκολο να μην επηρεάζομαι από τα πρότυπα της «ιδανικής» γυναίκας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προκαταλαμβάνω
    • επιδρώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beeinflussen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Beeinflussen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Beeinflussen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beeinflussen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "beeinflussen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beeinflussen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη