Μετάφραση του "beharren" σε Ελληνικά

Οι επιμένω, αντέχω, επιμονή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beharren" σε Ελληνικά.

beharren Verb verb γραμματική

(sich etwas) ausbedingen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμένω

    verb

    Er beharrte auf seiner Meinung.

    Επέμενε στην γνώμη του.

  • αντέχω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beharren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Beharren Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμονή

    noun

    Das kombiniert mit Ihrem Beharren, dass es derselbe Mann war, war alles Nötige.

    Αυτό συν την επιμονή σας ότι ήταν ο ίδιος άντρας ήταν το μόνο που χρειαζόταν.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beharren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη